Η Λέρος μέσα από τα μάτια της Νούλης Τσαγκαράκη


Το περίγραμμα της Λέρου μοιάζει με φύλλο βελανιδιάς που σαν από θειική παρέμβαση μεταμορφώθηκε σε στεριά. Στεριά καλυμμένη με δάση, για να μείνει για πάντα γοητευτικό, ένα καταπράσινο σμαράγδι που λαμπυρίζει στα μπλε νερά του Αιγαίου. «Λευρά», ονομάστηκε, που θα πει επίπεδο, ομαλό. Οι λιγοστοί κάτοικοι ζούσαν από τον πλούτο της γης και της θάλασσας κι είχαν προστάτιδα την Άρτεμη. Μα αλλάζοντας οι γενεές η αμεριμνησία έγινε αδιαφορία, οι λατρείες και οι θυσίες ατόνησαν, έμεινε ο ναός της θεάς απεριποίητος να πνίγεται στα καλάμια του βάλτου. Θύμωσε η Πότνια κι απέσυρε τη εύνοια της.
 
Ακολούθησαν χρόνοι ταραγμένοι. Μια σειρά αρχαίων λαών διεκδίκησαν και κατέλαβαν τον τόπο. Γέμισε το νησί σκοτωμένους, λαβωμένους, άστεγους… Σκόρπισε ο πόνος την ομορφιά κι οι κάτοικοι τα έβαλαν με τη θεά! Όταν, μεταγενέστερα, είδαν το ιερό της να γκρεμίζεται και με τα υλικά του να οικοδομείται καινούργιος ναός για μια άλλη θεά, παρότι άγνωστη την έκαναν δική τους. Έξαλλη η Κυνηγέτης εγκατέλειψε οριστικά το νησί, μα πριν, με το θυμό της ύφανε πέπλο αόρατο, με το οποίο το κάλυψε, καταδικάζοντας έτσι τους κατοίκους του να ζουν παντοτινά με συντροφιά τον πόνο και τα δάκρυα.
Στοιβάζονταν οι αιώνες κι οι κατακτητές διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Πότισε αίμα το χώμα, θάμπωσε το σμαραγδί χρώμα,  σκόρπισαν οι ποιητές. Το μόνο που απέμεινε ήταν μια υποβόσκουσα ελπίδα αλλαγής κι η ένωση με την πατρίδα έμοιαζε να σηματοδοτεί τον τερματισμό των δεινών.
Η καταδίκη ωστόσο της Άρτεμης έστεκε ζωντανή κι έτσι, μετά τους πανηγυρισμούς, άρχισαν να καταφθάνουν στο νησί οι καραβοτσακισμένοι της ζωής. Η πρώτη αποικία ψυχοπαθών εκεί δημιουργήθηκε, μετά ακολούθησαν οι πολιτικοί κρατούμενοι. Μα τούτοι οι τελευταίοι δεν έκλαιγαν! Μάζευαν τον πόνο και τον έκαναν προσφορά, τον έκαναν ποιήματα, τραγούδια, μουσικές και ζωγραφιές στην Αγία Κιουρά. Στη σιδερένια τους θέληση, μέχρι και το πέπλο της Άρτεμης πήρε να διαρρηγνύεται.


Βρήκε ευκαιρία ο Ποσειδώνας, που θεωρούσε σκληρή την τιμωρία της ανιψιάς του, κι έζωσε το νησί με σπόρους απ’ τα φυτά του. Ρίζωσαν αυτοί, βλάστησαν, αναδύθηκαν στην επιφάνεια τα πράσινα φύλλα, συναντήθηκαν με τις ηλιαχτίδες κι ο τόπος λαμπύρισε ξανά. Έφτασε η λάμψη στα μάτια της Άρτεμης, έσκυψε, αντίκρισε το σμαραγδένιο νησί αναστημένο, ξαφνιάστηκε! Μα τη νύχτα, σαν είδε τα αγάλματα να βγαίνουν από τα πηγάδια και ν’ ανεβαίνουν στα δέντρα, κατάλαβε και τους συγχώρεσε.

Αν πάτε στη Λέρο και δείτε τα φύκια που ζώνουν τις παραλίες φτάνοντας ίσαμε την επιφάνεια του νερού, θυμηθείτε πως δεν είναι φύκια, είναι τα φυτά του θεού. Κι αν κανένα βραδάκι αποφασίσετε να ξενυχτήσετε κι ανοιχτείτε στην ύπαιθρο, ίσως σταθείτε τυχεροί και δείτε κι εσείς τ’ αγάλματα ν’ ανασταίνονται. Όπου και να περπατήσετε πάντως, αν η αύρα του νησιού νιώσει ευλάβεια στα βήματα σας, θα ’ρθει ακάλεστη να σας σαγηνεύσει μιλώντας για τα δάση από πεύκα κι ευκάλυπτους, για τα νεοκλασικά και τα πυργόσπιτα, για τα ψαροχώρια και το κάστρο της Παναγιάς… Ψιθυριστά, θα σας αποκαλύψει (κομμάτι κομμάτι) την ιστορία του τόπου που χάνεται στα βάθη των αιώνων, μέχρι να σας κατακτήσει δένοντας σας για πάντα με τον τόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου